6 Μαρ 2015

Το μπρούτζινο φίδι

 
Ζαλισμένος από το κρασί και ξαναμμένος από τη φωτιά που έκαιγε από το μεσημέρι ασταμάτητα στο τζάκι, ο Άντζελο βγήκε έξω. Οι μπότες του, χειροποίητες, φτιαγμένες από δέρμα επεξεργασμένο σε κάποιο από τα πολλά ταμπάκικα της πόλης, βούλιαξαν στο παχύ χιόνι. Πέταξε πίσω το βαρύ παλτό, ξεφορτώθηκε το μακρύ κόκκινο κασκόλ και άρχισε να τρέχει ξέφρενα μέσα στο κρύο.

Three of the tasks of Hercules, 1530. Red chalk, Royal Library, Windsor, By Michelangelo

Είχε αρχίσει να νυχτώνει κι εγώ μόλις που τον διέκρινα μέσα στο παγωμένο μπλε σούρουπο. Δεν ανησύχησα και πολύ. Τα συνηθίζει αυτά τα ξεσπάσματα ο αφέντης μου. Τόσα χρόνια μαζί του, τα ξέρω καλά.

Άρπαξε μπόλικο χιόνι κι άρχισε να το σμιλεύει με τα δάχτυλα. Πρέπει να είχαν καεί τα χέρια του από το κρύο αλλά εκείνος δεν έδειχνε να το νιώθει. Έκοβε και πετούσε ό,τι του ήταν περιττό, στριφογυρίζοντας γύρω από τη μάζα του χιονιού όπως ένα καλό λαγωνικό μπροστά στη φωλιά του θηράματος. Παγωμένο, λευκό κι αστραφτερο, σαν μάρμαρο, έμοιαζε να τον προκαλεί  να βγάλει έξω ό,τι νόμιζε πως εκείνο κρατούσε για τον εαυτό του, σαν μυστικό ή ενοχή.
Κρύφτηκα να μη με δει, στην πιο σκοτεινή πλευρά του μυαλού του. Ήθελα να τον δυσκολέψω κι άλλο. Ασαφής και ά-σχημος ακόμη στο μυαλό του, τουλάχιστον όμως ασφαλής, για όσο υπήρχα μόνο μέσα στο κεφάλι του.

Σε λίγο ακούστηκε η φωνή του Λορέντζο που όλο και πλησίαζε. Σκασμένος στα γέλια, είχε ακολουθήσει τον κύριο μου στον κήπο. Στα χέρια του κρατούσε το βαρύ παλτό και το κασκόλ του αφέντη Άντζελο. Τον κοίταξε με ένα παρατεταμένο θριαμβευτικό βλέμμα και ύστερα, τον άρπαξε και τον φίλησε άγαρμπα στο στόμα.

Ο λευκός κι αμόλυντος Μιχαήλ, για τα φτερά του οποίου πάλεψε τόσο σκληρά το προηγούμενο βράδυ, έλιωσε σαν τον Ίκαρο στις πρώτες πρωινές ακτίνες…

… Ο κύριος μου δεν έχει αλλάξει καθόλου από την τελευταία φορά που ήρθαμε στη Ρώμη.

Η δουλειά ξεκίνησε στα μέσα Απριλίου.
Πρώτα φτιάχτηκε η σκαλωσιά. Μετά έπρεπε να καταστρέψουν ό,τι είχε απομείνει από την προυπάρχουσα διακόσμηση στον τοίχο. Και φυσικά όλοι περιμέναμε, γεμάτοι αγωνία, μέχρι να απαντήσει θετικά κι ο ίδιος ο Άντζελο. Ούτε κι εγώ ξερω ακριβώς πόσους μήνες περιμέναμε, παρ’ όλο που του είχα σφηνωθεί –ξανά- στο μυαλό εδώ και πολύ καιρό.

Portrait of Michelangelo by Daniele da Volterra

“Πιέζομαι περισσότερο από οποιονδήποτε άνθρωπο έχει ποτέ υπάρξει”, σημειώνει στο περιθώριο των σκίτσων του.

Ο αφέντης μου πιστεύει ότι η ελαιογραφία είναι για τις γυναικούλες. Αποφάσισε να ζωγραφίζει απευθείας στον τοίχο, νωπογραφία. Δουλεύει μέρα-νύχτα μ’ένα κερί στερεωμένο στο καπέλο του. Προχτές παραπάτησε, έπεσε από τη σκαλωσιά και χτύπησε το πόδι του. Αγύριστο κεφάλι, αρνήθηκε να τον δει ο γιατρός και έτσι, μεταξύ πόνου και θυμού, επέστρεψε στην εργασία του, ξεσπώντας τη μανία του στον τοίχο. Ο Άγιος Βαρθολομαίος κρατά στο ένα χέρι το μαχαίρι του μαρτυρίου του και στο άλλο το γδαρμένο δέρμα του. Με την ίδια δύναμη και με παρόμοιο τρόπο ο κύριος μου με βγάζει από πάνω του, όπως το φίδι πετάει το παλιό του πετσί.

Δεν λαξεύει εδώ αλλά και δεν λαθεύει. Η Τελική Κρίση. Ο Χριστός, οργισμένος και τιμωρός, αναποδογυρίζει τον κόσμο . Ισχυρός, κολοσσιαίος, απογυμνωμένος στην ανθρώπινη φύση του, όχι, δεν είναι ο θεός εδώ, ο άνθρωπος είναι που αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά του, μέσα από αντανακλάσεις ενός παγωμένου μπλε φωτός.
Τόσα χρόνια είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να γίνω κάτι άλλο ή ακόμη και να χαθώ τελείως, αν εκείνος το θελήσει, πιο ζωντανός και ταυτόχρονα πιο θνητός παρά ποτέ.
Αυτή τη φορά όμως, με πέταξε από πάνω του, όπως το φίδι το άχρηστο πουκάμισο του. Εγώ, θα μείνω εδώ, για πάντα, κρεμασμένος από το χέρι του Αγίου και αυτό το δέρμα, το δικό μου δέρμα, δεν θα έχει καν το δικό μου πρόσωπο επάνω. Το δικό του ζωγράφισε. Διαχρονικός και άφθαρτος στη συλλογική μνήμη των απανταχού φιλότεχνων, “νεκρός” δηλαδή από κάθε άποψη, παραμένω αιώνια κολλημένος, εκεί έξω, στον τοίχος του. Εμένα όμως μου λείπει το μυαλό του.


Έξω είχαν αρχίσει να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες… Περίεργο. Ήταν μόλις τέλος Οκτώβρη, παραμονή των Αγίων Πάντων. Και τότε, ο κύριος μου θυμήθηκε εκείνο τον Ιανουάριο του 1494 που ο Λορέντζο του είχε ζητήσει να φτιάξει ένα άγαλμα από χιόνι. Τα χέρια του είχαν πληγιάσει από τον πάγο και ο άγγελος έλιωσε την επόμενη μέρα…

Ο αφέντης μου, ξαφνικά κρύωσε. Κύριος πάλι του εαυτού του κι ελεύθερος να πάει όπου θέλει, τυλίχτηκε όσο πιο καλά μπορούσε μέσα στη βαριά, τριμμένη φλωρεντίνικη κάπα του, γύρισε την πλάτη του στον τοίχο κι έφυγε. Δεν τον ξαναείδα.


Ο Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, γνωστότερος ως Michelangelo, γεννήθηκε, σαν σήμερα, στις 6 Μαρτίου 1475. Το διήγημα μου είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στο "δαιμόνιο" του.

2 σχόλια:

  1. Εμπνευσμένο , κάθε πρόταση και μια εικόνα!
    Εύγε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Αποστόλη. Αυτό ακριβώς προσπάθησα να κάνω, χαίρομαι αν έστω και λίγο, "βγήκε" προς τα έξω. Το συγκεκριμένο (θα) είναι μέρος ενός μεγαλύτερου πράγματος -κάτι σαν fiction βιογραφία ή όπως αλλιώς προκύψει!

      Διαγραφή

Share your opinion